Το Ακρωτήρι του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου, μια παράσταση μυστηρίου

κριτική και παρουσίαση της Αγάπης Καραμανλή

Λίγα λόγια για την υπόθεση

Το έργο μάς οδηγεί μέσα από τα μάτια της Τζουλιάνα (Μαρία Ναυπλιώτου) στον δικό της κόσμο. Βέβαια όλα δεν είναι ξεκάθαρα από την αρχή. Καταλαβαίνουμε ότι η ίδια ανησυχεί για την πνευματική της διαύγεια όταν επισκέπτεται την κλινική όπου εργάζεται ο άνδρας της ως ογκολόγος. Μαθαίνουμε από την ίδια ότι είναι άρρωστη, στην αρχή νομίζει ότι πάσχει από κληρονομικό καρκίνο όπως ο πατέρας της αλλά γρήγορα γίνεται αντιληπτό ότι βασανίζεται με άνοια και απώλεια μνήμης. Η κρίση της ταυτότητας της είναι παντού παρούσα και διατρέχει τις σχέσεις της με την γιατρό της (Στεφανία Ζώρα), τον νοσοκόμο (Αυγουστίνος Κούμουλος) και τον άνδρα της Ίαν (Νικόλας Παπαγιάννης). Πιστεύει ότι η κόρη τους Λόρεν (Στεφανία Ζώρα) δεν θέλει να την συναντήσει γιατί την έδιωξε από το σπίτι πριν από πολλά χρόνια, στην ηλικία των 15 χρονών, όταν έμαθε ότι είχε ερωτικές σχέσεις με τον τότε βοηθό της. Πιστεύει όμως ότι την έχει ξαναβρεί και προσπαθεί να αποκαταστήσει την επαφή μαζί της. Τις βλέπουμε να μιλάνε στο τηλέφωνο, όχι απευθείας αλλά διαμεσολαβημένα με τον σύντροφο της κόρης της. Πιστεύει ότι έχει δυο εγγονές. Θέλει να της κληροδοτήσει το σπίτι στο Ακρωτήρι, το σπίτι στο οποίο ζούσαν μέχρι που η κόρη τους έφυγε μετά τον καυγά τους. Ονειρεύεται ότι η κόρη της θα μένει εκεί και ότι θα μπορεί να πηγαίνει και η ίδια να την βλέπει. Καθώς το μυστήριο πυκνώνει και η πλοκή εξελίσσεται μάς εμφανίζεται η ζωής της πολύ διαφορετική. Όλα τα δεδομένα καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος. Από τον Ίαν μαθαίνουμε ότι η Λόρεν έχει πεθάνει από χρόνια και το σπίτι στο Ακρωτήρι έχει πουληθεί. Κι όμως η Τζουλιάνα επιμένει, επιστρέφει στο Ακρωτήρι για να βρει εκεί την κόρη της.

Μια προσωπική ματιά

Η παράσταση μάς μιλά για την απώλεια του εαυτού μιας γυναίκας που ζει στο μεταίχμιο, με το παζλ της συνείδησης της να διαλύεται και τον εαυτό της να χάνει κομμάτια του. Κάποια καταφέρνει να τα επαναφέρει για άγνωστο διάστημα, κάποια όχι. Αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ασθένεια, την άνοια και τους ανοηκούς, που ταλαντεύονται ανάμεσα στην μνήμη και την απώλειά της. Μάς μιλά για την σχέση του ατόμου με τον κοινωνικό του περίγυρο, για την σχέση του ατόμου με την ασθένεια. Ταυτόχρονα όμως εξελίσσει μια πλοκή γεμάτη μυστήριο. Οι νοητικές δυσλειτουργίες της ηρωίδας δεν είναι ξεκάθαρες από την αρχή. Είναι ασαφείς ο ρόλος και το επάγγελμα του άνδρα της, το επάγγελμα της ίδιας και οι διαλέξεις της. Η Στεφανία Ζώρα έχει τριπλή διανομή, είναι η γιατρός, η κόρη και η ξένη που κατοικεί το σπίτι, στο Ακρωτήρι. Το ίδιο και ο Αυγουστίνος Κούμουλος που είναι ο νοσοκόμος και ο σύντροφος της κόρης της. Έτσι, το μυστήριο πυκνώνει και ότι είναι αρχικά αποδεκτό για τον θεατή καταρρίπτεται αργότερα. Η πλοκή κινείται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, το συμβάν και την επιθυμία του συμβάντος, την πραγματικότητα και την φαντασίωση.

Το αδιευκρίνιστο που διαμορφώνεται προκαλεί πραγματική σύγχυση στον θεατή και λύνεται μερικώς μόνο όταν η εξέλιξη της παράστασης διευκρινίζει αυτά που συμβαίνουν. Πάντα όμως αφήνει ελεύθερο τον χώρο για τις προσωπικές μας ερμηνείες ως προς την κατάληξη του έργου.

Το θέμα της παράστασης είναι βαθιά ανθρώπινο και οικείο. Οι ηθοποιοί με τις ερμηνείες τους μάς εμπλέκουν σε αυτό καθώς μετράμε μαζί τους και τις δικές μας απώλειες. Η παράσταση διαχειρίζεται το ανθρώπινο τραύμα και την εμπειρία της ανυπόφορης απώλειας, που οδηγεί την Τζουλιάνα στην απώλεια της μνήμης της για όλα όσα δεν αντέχει να έχει χάσει, στην λήθη της ίδιας της της ύπαρξης. Η πραγματικότητα και το μυθοπλαστικό κατασκεύασμα του νου της μπλέκονται, συνυπάρχουν και μάς μπερδεύουν καθώς δεν μπορούμε να διακρίνουμε την αλήθεια από την φαντασία της ηρωίδας.

Η σχέση της με τον άνδρα της Ίαν διαδραματίζεται απαλή και αισθαντική από την πλευρά του. Οι τόνοι του, οι λέξεις του, τα αγγίγματα είναι γεμάτα ζεστασιά, η ανοιχτή αγκαλιά του είναι πάντα διαθέσιμη για αυτήν. Αποδέχεται την Τζουλιάνα όπως είναι και προσπαθεί να λειάνει τις αιχμές, να βοηθήσει τον νου της να επιστρέψει. Θέλει να φέρει τα αιτία του τραύματος, τον θάνατο της κόρης τους, στην επιφάνεια και με την αποδοχή του το τραύμα να αρχίσει να επουλώνεται.

Η Τζουλιάνα στέκεται μπροστά μας αληθινή, με το βλέμμα της χαμένο στην απόγνωση της σύγχυσης που βιώνει. Λήθη και μνήμη προσπαθούν να κερδίσουν τον χώρο του νου της και η ίδια προσπαθεί να συνδέσει τα κομμάτια της ζωής που της λείπουν, να συγκρατήσει αυτά που είναι σημαντικά.

Το Ακρωτήρι είναι μια αλληγορία. Είναι ο τόπος μεταίχμιο αυτής της γυναίκας, εκεί που η ίδια στέκεται, σε μια μετάβαση ακόμα μετέωρη, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα, ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, ανάμεσα στην μνήμη που θέλει να συγκρατήσει, την πραγματικότητα που δεν επιθυμεί και την ασθένεια που δεν της αφήνει περιθώρια επιλογής. Η λήθη συμπαρασύρει μαζί της τα κομμάτια της ζωής που αγάπησε, τους ανθρώπους που τής είναι ακριβοί, τις στιγμές που μοιραστήκανε. Βλέπουμε ότι η Τζουλιάνα στην προσπάθεια της να ξεχάσει ότι έχασε την κόρη της, στην πραγματικότητα χάνει την ζωή που έζησε μαζί της. Και τώρα αντιστέκεται σε αυτόν τον ακρωτηριασμό. Σημείο αναφοράς της, το Ακρωτήρι.

Εκεί επιστρέφει η Τζουλιάνα για να συναντήσει την κόρη της. Αν αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα ή στην φαντασία της δεν το γνωρίζουμε. Εκεί συναντά μια ξένη (Στεφανία Ζώρα) που κατοικεί πλέον στο σπίτι. Η Τζουλιάνα πιστεύσει ότι είναι η κόρη της. Αν αυτή η ξένη είναι ο εαυτός της, ή η κόρη της ή η γιατρός δεν το γνωρίζουμε. Δέχεται όμως να γίνει αυτό που χρειάζεται η Τζουλιάνα ώστε από το μεταίχμιο να μεταβεί στην αγαπημένη μνήμη. Η ξένη γίνεται η κόρη της, γίνεται η αγκαλιά και το χάδι, γίνεται η μνήμη της. Κερδίζει την εικόνα της κοπέλας με το κίτρινο μαγιό που την βασανίζει σε όλη την διάρκεια της παράστασης καθώς δεν μπορεί να θυμηθεί ποια είναι. Ξαναβρίσκει τις ευτυχισμένες καλοκαιρινές μέρες τους δίπλα στη θάλασσα, στο Ακρωτήρι και καθώς την ακούμε να λέει “τότε ο ήλιος δύει και το κορίτσι με το κίτρινο μπικίνι επιστρέφει σε μένα” ολόκληρη η σκηνή πλημμυρίζει από τα χρώματα και τους ήχους της εικόνας αυτής.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος αποτυπώνει με επιτυχία την πρόθεση του συγγραφέα να μάς εγκλωβίσει στο μυαλό της Τζουλιάνας και μάς κάνει να πιστέψουμε ότι η πραγματικότητα είναι η πραγματικότητα της. Η Μαρία Ναυπλιώτου είναι καθηλωτική και βαθιά συγκινητική όπως και οι υπόλοιποι ηθοποιοί.

Τα σκηνικά (Ηλένια Δουλαδίρη) βοηθούν στην απόδοση του νοήματος της παράστασης. Βλέπουμε το εσωτερικού ενός λευκού νεοκλασικού σπιτιού, που είναι καταρχήν η κλινική στην οποία νοσηλεύεται η Τζουλιάνα. Οι εσοχές δείχνουν της απομόνωση των προσώπων, την στεγανοποίηση τους. Είναι παράλληλα και ένας χώρος λευκού χαρτιού που προέρχεται από τις άγραφες σελίδες του μυαλού της, της μη μνήμης της. Ο χώρος αυτός φωτίζεται, χρωματίζεται με προβολές εικόνων (Ζωή Μολυβδά Φαμέλη) όταν η μνήμη επανέρχεται ή γίνεται ο τόπος που η ίδια επιθυμεί, το σπίτι στο Ακρωτήρι, η άκρη της γραμμής στην τηλεφωνική της σύνδεση με το παιδί της, ο συνεδριακός τόπος της ομιλίας της. Η μουσική εισέρχεται στην σκηνή με τον ίδιο τρόπο. Ο ήχος του πλοίου που φτάνει στο λιμάνι, ο παφλασμός της θάλασσας, τα παιδικά γέλια, οι ήρεμες νότες του πιάνου είναι τα θραύσματα της μνήμης που επιστρέφουν (Πάνος Γκίνης).

Στην παράσταση αυτή ο θεατής έχει τον τελευταίο λόγο στην διαμόρφωση της ιστορίας καθώς η πλοκή του έργου συγχύζει κατά την διάρκεια της παράστασης. Η θεατρική σύμβαση δεν συγκρατείται από την Τζουλιάνα γιατί το αφήγημα της δεν είναι ενιαίο, σταθερό και συνεχές. Η πραγματικότητα της, αυτή που αντιλαμβανόμαστε, είναι στη διάθεση της φαντασίας μας. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Στο μεταίχμιο ενός κόσμου που αλλάζει η μετάβαση μας αργεί γιατί μάς επαναλαμβάνουν και μάς εκπαιδεύουν στο να μην έχουμε άλλη επιλογή από το να συνεχίσουμε να τον αποδεχόμαστε όπως είναι, όπως μάς τον έχουν δοσμένο, δομημένο, περιχαρακωμένο. Στην παράσταση αυτή βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στην επαναστατική πράξη καθώς επιλέγουμε εμείς τον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε την κατάσταση, την περιγράφουμε, την εξηγούμε και έτσι δημιουργούμε την πραγματικότητα που θέλουμε. Κι έτσι, η επανεφεύρεση του κόσμου μας είναι εφικτή.

Το έργο παίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Η παράσταση ξεκίνησε πριν από δύο σεζόν στο Θέατρο Ιλίσια στην Αθήνα με μεγάλη επιτυχία. Φέτος συνεχίζει στη Θεσσαλονίκη, από τις 23 Ιανουαρίου ως τις 22 Φλεβάρη 2026 στο Radio City. Ανέβηκε αρχικά στην Off-Broadway σκηνή όπου απέσπασε πολυάριθμες διακρίσεις (1ο βραβείο Θεατρικού Έργου του Blanche and Irving Laurie Foundation’s Theatre Visions Fund Award, υποψήφιο για Outer Critics Circle Awards, Drama League Award και τρία Lucille Lortel Awards), και ξεχώρισε για την σκιαγράφηση των χαρακτήρων, των δοκιμασιών που αντιμετωπίζουν και για το στοιχείο του μυστηρίου που εντείνεται καθώς το έργο προχωρά.

Συντελεστές

Μετάφραση: Νικηφόρος Βαλτινός

Απόδοση – Σκηνοθεσία: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος

Κίνηση: Αυγουστίνος Κούμουλος

Σκηνικά / Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη

Σχεδιασμός Φωτισμών: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη

Βίντεο: Βασίλης Ματζώρος

Μουσική: Πάνος Γκίνης

Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Λούβαρη Φασόη

Φωτογραφίες: Γιώργος Καπλανίδης

Διανομή

Τζουλιάνα: Μαρία Ναυπλιώτου

Ίαν: Νικόλας Παπαγιάννης

Γυναίκα: Στεφανία Ζώρα

Άνδρας: Αυγουστίνος Κούμουλος

Σχολιάστε