Το κοινωνικό χρέος της απλήρωτης εργασίας, ένα οικονομικό χρέος καταρχήν προς τη γυναίκα


“Σε παγκόσμιο επίπεδο οι γυναίκες, από την ηλικία των 15 ετών και άνω,
εργάζονται 12,5 δισεκατομμύρια ώρες χωρίς αμοιβή την ημέρα”.
http://www.oxfam.org

Η αναγνώριση της συμβολής των γυναικών στην οικονομία είναι η προϋπόθεση για την καταπολέμηση της οικονομικής ανισότητας.

Η ανάλυση ενός κοινωνικού οικονομικού χρέους από την πλευρά της γυναικείας
εμπειρίας και οπτικής φωτίζει και αποκαθιστά μια ακόμη πτυχή στην κατανόηση
του χρέους αυτού και θέτει επιτακτικά το ερώτημα «ποιος οφείλει σε ποιον».

Η προσέγγιση του κοινωνικού οικονομικού χρέους από τη θέση του γυναικείου φύλου
ξεπερνά το ζήτημα της χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης και, ως εκ
τούτου, της παραγωγικής εργασίας, και καθιστά ορατή τη “μη παραγωγική”
εργασία που πραγματοποιείται κυρίως από τις γυναίκες και τις καθιστά πιστώτριες
ενός τεράστιου κοινωνικού χρέους.

Η καπιταλιστική νεοφιλελεύθερη οικονομία βασίζεται σε μια θεμελιώδη διάκριση
ανάμεσα σε αυτά που θεωρούνται “παραγωγικά” και “μη παραγωγικά”. Η δεύτερη
κατηγορία αποτελείται κατά κύριο λόγο από τις αποκαλούμενες δραστηριότητες
«αναπαραγωγής» που το σύστημα θεωρεί ότι δεν αποτελούν εργασία και αποκαλεί
αναπαραγωγική εργασία.
Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ορισμών της αναπαραγωγικής εργασίας. Μπορούμε
να θεωρήσουμε ότι είναι αυτή που καθιστά δυνατή την παραγωγή εργατικού
δυναμικού και εργαζομένων με τη γέννηση και την ανατροφή των παιδιών. Ακόμη,
μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αφορά στα όσα καθιστούν δυνατή την αναπαραγωγή
της δυνατότητας για εργασία με τη φροντίδα, την καθαριότητα και το πλύσιμο, τη
θρέψη , την υποστήριξη, την αγάπη…

Λόγω της έμφυλης διαίρεσης και της σεξουαλικής κατανομής της εργασίας, στην
οποία βασίζεται ο πατριαρχικός καπιταλισμός που κυριαρχεί στις ζωές μας, αυτό το
αναπαραγωγικό έργο αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στις γυναίκες. Μια εργασία,
η οποία δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Παραμένει αόρατη και δωρεάν, της
αποδίδεται ο φυσικός χαρακτήρας της γυναικείας προσφοράς και παραμένει
βασική για τη διαιώνιση του νεοφιλελεύθερου συστήματος και της καπιταλιστικής
συσσώρευσης, που θα ήταν ανεπαρκής αν η γυναικεία αναπαραγωγική εργασία
αμείβονταν.
Ένας αριθμός αποκαλύπτει την αλήθεια και το μέγεθος της εξαπάτησης: σε
παγκόσμιο επίπεδο, οι γυναίκες ηλικίας άνω των 15 ετών εκτελούν 12,5
δισεκατομμύρια ώρες εργασίας χωρίς αμοιβή κάθε μέρα. Η ελάχιστη εχρήματη αξία
της μη αμειβόμενης εργασίας της παγκόσμιας γυναίκας ανέρχεται στα 10800
δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο (www.oxfam.org).

Συνεπώς, υπάρχει ένα αποσιωπημένο και κρυμμένο κοινωνικό οικονομικό χρέος
προς την εργασία των γυναικών, η οποία προστίθεται στην έμμισθη εργασία τους, η
οποία κι αυτή με τη σειρά της συντελείται σε καθεστώς ανισότητας, επισφάλειας,
πληρώνεται λιγότερο από όσο πληρώνεται ένας άνδρας για ίσα καθήκοντα.

Το κοινωνικό οικονομικό χρέος απέναντι στο γυναικείο πληθυσμό που αναπαράγεται
από το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα και την κυρίαρχη πατριαρχική δομή του. Οι
γυναίκες είναι πιστώτριες και κατέχουν τους τίτλους ιδιοκτησίας ενός τεράστιου
κοινωνικού οικονομικού χρέους.
Χωρίς την άμισθη και δωρεάν εργασία
παραγωγής, αναπαραγωγής και φροντίδας των οικείων τους, οι κοινωνίες μας
απλώς θα κατέρρεαν. Το κοινωνικό οικονομικό χρέος μετασχηματίζεται και
αυξάνεται διαρκώς. Τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζονται στο όνομα του δημόσιου
χρέους συρρικνώνουν ολοένα τις δημόσιες υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας και
συνοχής.

Οι γυναίκες είναι αυτές που καλούνται να συμπληρώσουν με το χρόνο και
τη φροντίδα τους τις αποδομημένες δημόσιες υπηρεσίες πρόνοιας για την πρώιμη
παιδική ηλικία και την πρόσβαση σε βρεφονηπιακό σταθμό, τη φροντίδα των
ηλικιωμένων και των ατόμων με ειδικές ανάγκες κλπ.

Στην πραγματικότητα, το κράτος είναι ένας επιπρόσθετος οφειλέτης του κοινωνικού χρέους προς τη γυναίκα.
Οι ανεκπλήρωτες ευθύνες του που αφορούν την παροχή ποιοτικών δημόσιων
υπηρεσιών, που χρηματοδοτούνται από τους φόρους μας, στην πράξη αυξάνουν τον
όγκο και το βάρος της εργασίας αναπαραγωγής των γυναικών.

Το κοινωνικό οικονομικό χρέος προς τη γυναίκα εμπίπτει σε πολλά ονόματα,
«αναπαραγωγικό χρέος», «χρέος φροντίδας», «έμφυλο χρέος», που δε διαφέρουν
στην πραγματικότητα μεταξύ τους. Το κοινωνικό οικονομικό χρέος προς τη γυναίκα
σήμερα αιτείται την οικονομική εγχρήματη πληρωμή ενός συγκεκριμένου και
υλικού χρέους, δεδομένου ότι οι γυναίκες δεν πληρώνονται για μια εργασία που
παράγει αξία. Οι αγώνες για τους μισθούς των νοικοκυρών, που οδήγησαν αρκετά
φεμινιστικά κινήματα στη δεκαετία του 1970 στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική,
αποτελούν μέρος της ιστορίας αυτής της προοπτικής. Από την άλλη πλευρά, η
εκκαθάριση της κοινωνικής οικονομικής οφειλής προς τις γυναίκες συνεπάγεται,
επίσης, τη συμβολική αναγνώριση μιας άυλης αξίωσης που επηρεάζει, φροντίζει και
συνδέει τα μέλη της κοινωνίας, προστατεύει την κοινωνική συνοχή και επιτρέπει
την παραγωγή του πλούτου. Η αναγνώριση και η αποπληρωμή αυτού του χρέους
συνεπάγεται μια ανακατανομή της αναπαραγωγικής εργασίας, που να είναι
ουδέτερη ως προς το φύλο, και μια ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών,
προκειμένου να κοινωνικοποιηθεί η εργασία αυτή.

Στο Βέλγιο, η επιτροπή δράσης “V’là la facture”, μέσω της σύνταξης μιας απόδειξης
παροχής υπηρεσιών, κατέγραψε και κατέστησε ορατές όλες τις ώρες άμισθης και
δωρεάν εργασίας των γυναικών για τη φροντίδα των παιδιών και των εξαρτώμενων
ατόμων λόγω έλλειψης δημοσίων υπηρεσιών και απέστειλε τον λογαριασμό στο
βελγικό κράτος.
Σε μια επόμενη φάση η επιτροπή δράσης συνέκρινε το συνολικό ετήσιο εισόδημα
των γυναικών (επίδομα ανεργίας, επίδομα αλληλεγγύης, μισθολογικό εισόδημα
κ.λπ.) με το όριο της φτώχειας.
Η επιτροπή πρότεινε την εξατομίκευση του ορίου της φτώχειας και τον
αντικειμενικό προσδιορισμό της φτώχειας, ενός νοικοκυριού χωρίς προϋποθέσεις
φύλου. Προτείνοντας τα 1000 ευρώ ανεξάρτητα από το πρόσωπο το ανώφλι του
ορίου της φτώχειας υπολόγισε το ανάλογο ποσό του νοικοκυριού. Με τον τρόπο
αυτό μπόρεσαν να εξέλθουν από τα στερεότυπα που ορίζουν το όριο της φτώχειας
στα 1000 ευρώ για τον επικεφαλή της οικογένειας, 500 για τον/τη σύζυγο και 300
ευρώ για κάθε παιδί. Η επιτροπή θεωρώντας ότι ο υπολογισμός οφείλει να
επιτρέπει σε κάθε γυναίκα να απολαμβάνει οικονομική αυτονομία χωρίς να
εξαρτάται από τηο σύζυγο της επανεξέτασε το οικονομικό υπόδειγμα. Σε ένα
ζευγάρι με δύο παιδιά, το όριο φτώχειας του νοικοκυριού είναι 2600 ευρώ (1000 +
1000 + 300 + 300) και όχι 2100 ευρώ (1000 + 500 + 300 + 300), όπως το
παρουσιάζει η οικονομία της νεοφιλελεύθερης κοινωνικής πολιτικής.

Η κατανόηση και η γνώση του κοινωνικού χρέους απέναντι στην παγκόσμια
γυναίκα αποκρυσταλλώνει στη συνείδηση μας την περίφημη φράση ”Nos deben une
vida” ή “Μας χρωστάνε μια ζωή” στο παράθυρο μιας τράπεζας, κατά τη διάρκεια
των φεμινιστικών κινητοποιήσεων κατά της λιτότητας στην Αργεντινή.

(Η Εφαρμοσμένη Δημοκρατία στον 21ο αιώνα, Αγάπη Καραμανλή σελ. 86)

https://agapiscommons.com/h-efarmosmenh-dhmokratia-ston-21o-aiwna/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s