Ο Βυσσινόκηπος της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, μια αμήχανη κωμωδία


κριτική της Αγάπης Καραμανλή

Λίγα λόγια για το έργο

Ένα δύσκολο εγχείρημα φάνηκε να αποτελεί η φετινή παράσταση του Βυσσινόκηπου από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου. Μάς αφήνει με την αίσθηση ότι αδυνατεί να εντοπίσει το κέντρο της και για τον λόγο αυτό οι συντελεστές και οι ηθοποιοί περιστρέφονται γύρω από κάτι που δεν είναι σαφές. Η παράσταση ακολουθεί κειμενικά το κλασσικό έργο του Τσέχωφ με μία πολύ καλή μετάφραση που αποδίδει πλήρως το νόημα του συγγραφέα και διατηρεί τα κωμικά του στοιχεία.

Πρόκειται για την επιστροφή και την επανασύνδεση των μελών μιας αριστοκρατικής οικογένειας στο υποθηκευμένο αρχοντικό και στη γη τους, το μεγάλο κτήμα με τις βυσσινιές που το περιβάλλει. Η υποθήκη είναι συνέπεια μια συνδυαστικής οικονομικής κακοδιαχείρισης πολλών ανθρώπων που ολοκληρώνεται από την μητέρα και χήρα Βάρια. Οι άνθρωποι αυτοί, μητέρα – κόρες – γιος – θείος – υποστατικοί – υπηρέτες, επιστρέφουν και συναντιούνται στο παιδικό δωμάτιο που μεγάλωσε τις γενιές της οικογένειας από την εποχή των προγόνων και κουβαλάει τις μνήμες και τα βιώματά τους. Πάνω από όλα όμως, ιδίως τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας – η μητέρα και ο θείος, επιστρέφουν με την άρνηση τους στην ενηλικίωση, στην αυτονομία, στην ανάληψης της ευθύνης του εαυτού, στις δεξιότητες και στην εργασία.

Ζουν με τον τρόπο τους το κύκνειο άσμα της ανεμελιάς, της παιδικότητας και της ασφάλειας της πατρικής κατοικίας, γονείς και παιδιά μαζί. Ο αποχαιρετισμός και η απώλεια του πατρογονικού σπιτιού και του βυσσινόκηπου, της παλιάς τους ζωής αφορά επίσης την απώλεια της μνήμης, της σύνδεσης των ανθρώπων με την γη και την καλλιέργεια της, με την επιβίωση ενός ολόκληρου κόσμου από τα κτήματα του βυσσινόκηπου, αλλά και η σύνδεση της καλλιέργειας με συγκεκριμένες δεξιότητες και τεχνικές που άλλοτε έκαναν τις οικογένειες να ευημερούν. Τώρα η μόνη προοπτική είναι η ισοπέδωση και η ανέγερση στην θέση των δέντρων παραθεριστικών κατοικιών. Το αστικό τοπίο θα πάρει την θέση των λουλουδιασμένων δέντρων που ακολουθούν τον κύκλο της ζωής και θα αλλάξει την αισθητική του χώρου.

Μια πιο προσωπική ματιά

Στην παράσταση του Βυσσινόκηπου αρκετά ζητήματα προκύπτουν από την σκηνοθεσία και την καθιστούν δραματουργικά προβληματική.

Καταρχήν το εύρημα με την κουρτίνα τίτλου για την κάθε σκηνή παραπέμπει σε βωβό κινηματογράφο και καθιστά τους ηθοποιούς σχεδόν υπόλογους για το ότι μιλάνε. Νιώθουμε οι θεατές την αγωνία αυτή του λόγου, αν τα λόγια έχουν ή όχι το δικαίωμα να ακούγονται.

Στην συνέχεια, διάφορα δρώμενα συμβαίνουν μπροστά από την κουρτίνα τίτλου, σε χώρο που σηματοδοτείται ως διαχωρισμένος από εκεί που η δράση του κυρίως έργου συμβαίνει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια μόνιμη αίσθηση απώλειας του κέντρου της παράστασης χωρίς να υπάρχει κάποιος εμφανής λόγος που να το δικαιολογεί. Πρόκειται για δρώμενα μακρόσυρτα και άσκοπα χωρίς κάποιο ενδιαφέρον νόημα που μάς αποπροσανατολίζουν.

Μετά είναι το τραγούδι του τέλους που μάς μεταφέρει σε μια άλλη χωροχρονικότητα, αυτή του ψυχρού πολέμου επί Ρήγκαν και Χρούτσωφ, με το Russians του Sting καταφέρνοντας ένα πραγματικό άλμα σε νοηματικό κενό που φτάνει στην Σοβιετική Ένωση.

Σκηνογραφικά το πίσω μέρος της σκηνής, ο διαχωρισμένος τρίτος χώρος που υποθετικά είναι η θέα στον βυσσινόκηπο, ορατή ή φανταστική, μέσα από το σπίτι εγείρει κι αυτό ερωτηματικά. Τι θέλει στην πραγματικότητα να απεικονίσει με τα καντηλέρια και το κλαδί αντί για διαδρόμους με βυσσινιές ή την απουσία τους, εφόσον η ουσία του μηνύματος τους απουσιάζει από το μυαλό των πρωταγωνιστών;

Στην τελευταία σκηνή της παράστασης, τα πρόσωπα του Βυσσινόκηπου κόβουν τα δέντρα με τα σκιώδη τσεκούρια τους. Τα πρόσωπα μεταμφιέζονται σε ομοειδή άτομα με καπέλα και γκρίζες καμπαρτίνες. Με τον τρόπο αυτό αποπροσωποποιούνται, χάνουν τον εαυτό τους και γίνονται οι απρόσωποι, ανώνυμοι άλλοι ενός συστήματος που καθαιρεί την προσωπική και συλλογική μνήμη. Πρόκειται για μια συμβολική πράξη καθώς κόβουν ταυτόχρονα τα νήματα που συγκρατούν τα οικογενειακά πορτραίτα. Η σκηνή είναι εξαιρετική καθώς δηλώνει ξεκάθαρα την ευθύνη μας για όσα συμβαίνουν σε εμάς και γύρω μας, υπογραμμίζει την σύνδεση μεταξύ των έμβιων όντων και εκφράζει την σημασία της ρίζας μας κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Εν κατακλείδι, φαίνεται ότι ένα εξαιρετικό κείμενο και καλές δυνητικά ερμηνείες προσπαθούν να υπάρξουν σε μια παράσταση που δυστυχώς δεν τα υποστηρίζει όσο θα όφειλε.


Θεσσαλονίκη, 25.03.2026

Σχολιάστε