
κριτική της Αγάπης Καραμανλή
«Κοίταξα τα χέρια αυτά που κάτεχαν να δουλεύουν τον κασμά και το σαντούρι – γιομάτα ρόζους και χαραμάδες, παραμορφωμένα και νευρικά. Άνοιξαν με προσοχή και τρυφεράδα, σα να ‘γδυναν γυναίκα, το σακούλι κι έβγαλαν ένα παλιό μαγληνό σαντούρι, με πλήθος κόρδες, με μπρούντζινα και φιλντισένια στολίδια και με μιαν κόκκινη μεταξωτή φούντα στην άκρα. Τα χοντρά δάχτυλα το χάδεψαν όλο, αργά, παθητικά, σα να χάδευαν γυναίκα. Κι ύστερα πάλι το τύλιξαν, όπως τυλίγουμε αγαπημένο σώμα μη μας κρυώσει.» (Καζαντζάκης Νίκος, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1943).
Λίγα λόγια για το έργο
Ο διανοούμενος αφηγητής, ο Νίκος Καζαντζάκης (Νίκος Τσολερίδης), ετοιμάζεται να επιστρέψει στο γενέθλιο νησί του, την Κρήτη. για να εκμεταλλευτεί ένα λιγνιτωρυχείο. Επιθυμεί να αφιερωθεί σε μια εργασία πρακτική, όχι γιατί ενδιαφέρεται για το κέρδος αλλά με την ελπίδα να γιατρευτεί από τη θεωρητική του αδράνεια. Στον Πειραιά συναντά τον Αλέξη Ζορμπά (Πασχάλης Τσαρούχας), έναν ηλικιωμένο μιναδόρο (εργάτη στα μεταλλεία), που του ζητάει να τον πάρει μαζί του. Έχει περάσει πολλές περιπέτειες, έχει κάνει πολλές διαφορετικές δουλειές, και παίρνει τη ζωή όπως έρχεται, χωρίς πολλή σκέψη. Μαζί του κουβαλάει τον φίλο της καρδιάς του, το σαντούρι. Εντυπωσιασμένος από το πάθος και τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά, τον προσλαμβάνει ως επιστάτη. Και έτσι το κοινό τους ταξίδι ξεκινά.
Ο Ζορμπάς είναι άνθρωπος πρωτόγονος, μια ύπαρξη αχόρταγη, χωρίς προκαταλήψεις, που αποδέχεται και ρουφάει τη ζωή, αντί να πιστεύει πως είναι όλα μια πλάνη, μια ψευδαίσθηση. Μαγεύει τον Νίκο αλλά δένεται κι αυτός μαζί του βαθιά. Τις ζωές τους στην Κρήτη τις δένουν δύο γυναίκες, η Μαντάμ Ορτάνς (Μπέττυ Νικολέση) του Ζορμπά και η χήρα (Κλειώ Δανάη Οθωναίου) του Νίκου. Γνωρίζουν μέσα από αυτές την απώλεια του θανάτου. Οι ερμηνείες των δυο γυναικών αυθεντικές, δυνατές. Πεθαίνουν παραμένοντας ξένες σε έναν κόσμο που για να τις αποδεχτεί πρέπει να τις ελέγξει, να τις αφομοιώσει, να τις κανιβαλίσει.

Μια πιο προσωπική ματιά
Ο κόσμος του Νίκου Καζαντζάκη επιστρέφει με τον Ζορμπά με τη ματιά του Λευτέρη Γιοβανίδη στην Μονή Λαζαριστών. Το τοπίο του είναι αφαιρετικό, σαν τα ελληνικά νησιά, ένα δέντρο για σκιά, ένα κυπαρίσσι για όριο, χαμηλά βραχάκια για να ξαποστάσουν οι ήρωες. Προσαρμόζεται στις ζωές τους με τα χρώματα, τις μουσικές, τις προσωρινές φωλιές και το άρωμα από λεμονανθούς.
Οι δύο ήρωες είναι αντιδιαμετρικοί και έτσι συμπληρώνονται. Ο Ζορμπάς είναι το σώμα και οι αισθήσεις του. Ζει μ’ αυτό, ζει γι’ αυτό. Πονάει, χαίρεται, ερωτεύεται, λυτρώνεται με τον χορό, τα χέρια ψηλά, πετάει, χάνει τον έλεγχο, κερδίζει τον εαυτό του. Ο Νίκος είναι η σκέψη. Ζει με το νου, στοχάζεται. Δεν τολμά να επιτρέψει στο σώμα να αναπνεύσει, να αγγίξει, να νιώσει, να ερωτευτεί, να χάσει τον έλεγχο, να χάσει τον ειρμό της σκέψης του.
Και οι δυο είναι συνεπείς ο ένας στον άλλον. Οι ερμηνείες τους ξεχωρίζουν. Ο Ζορμπάς μάς κεντρίζει να ζήσουμε στο παρόν, να επιστρέψουμε στις αισθήσεις και στο ένστικτο. Να τα εμπιστευτούμε. Ο Νίκος μάς προσκαλεί να στοχαστούμε, να σκεφτούμε όσα συμβαίνουν σαν ελεύθεροι άνθρωποι, χωρίς προσκόλληση.


Ο θάνατος θέλει να κυριαρχήσει αλλά δεν τον αφήνουν. Η ερωτική σκηνή του Νίκου και της χήρας, που ερωτεύονται μέσα στο δικό τους φως, φωτίζει τα σκοτάδια, τα ξορκίζει. Η άλλη εκπληκτική σκηνή είναι ο θάνατος της Ορτάνς. Είναι η γερασμένη Γαλλίδα του χωριού, η ελαφρών ηθών, η αγαπημένη του Ζορμπά. Με το θάνατό της, ενώ το σώμα είναι ακόμα ζεστό, όλο το χωρίο την σκυλεύει. Αρπάζουν, γδύνουν το σπίτι απ’ τα πλουμίδια του, το γυμνό της σώμα από την ρόμπα της. Μόνο ο τρελός του χωριού, ο Μιμηθός (Θάνος Φερετζέλης), του οποίου η ερμηνεία πραγματικά ξεχωρίζει, ξαπλώνει δίπλα στην νεκρή και την νανουρίζει.
Η παράσταση μιλά για αυτά που μάς απασχολούν με γνησιότητα. Για το θάνατο των παιδιών, την γυναικοκτονία, τον πόλεμο, την ευθύνη του Θεού. Ο Ζορμπάς απευθύνεται στον Θεό, τον μετράει, τον απορρίπτει. Εφόσον δεν ντρέπεσαι για τον θάνατο των παιδιών, δεν υπάρχεις, του λέει. Κι έπειτα είναι οι ξένοι που δεν μετρούν για άνθρωποι. Η ζωή τους μπορεί να χαθεί, το αίμα τους μπορεί να χυθεί. Αρκεί να μείνουμε εμείς ικανοποιημένοι, ασφαλείς, μόνοι. Μόνο ο χορός λυτρώνει, ξεπερνά τα εμπόδια, γνωρίζει τους ανθρώπους, αποκαθιστά την εγγύτητα.
Η σκηνοθεσία, ο φωτισμός, η μουσική, το μοιρολόι (Σοφία Καλεμκερίδου), η ντοπιολαλιά (Θανάσης Δισλής), μάς μεταφέρουν σε μια άλλη Ελλάδα, αυθεντική και οικεία που νοσταλγούμε γιατί την νιώθουμε να μάς απομακρύνεται. Άλλοτε πάλι την συναντάμε στις γειτονιές τα καλοκαίρια όταν μυρίζουμε αγιόκλημα, γιασεμί κι άνθη λεμονιάς. Την συναντάμε στα μάτια των ανθρώπων. Την συναντάμε στα λόγια του Καζαντζάκη.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Νίκος Καζαντζάκης
Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Λευτέρης Γιοβανίδης
Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης
Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ
Μουσική: Χρήστος Παπαδόπουλος
Κίνηση: Ιωάννα Μήτσικα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Video art: Άντα Λιάκου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελευθερία Τέτουλα
Βοηθός κινησιολόγου: Στέλιος Ράμμος
Οργάνωση παραγωγής: Μαρίνα Χατζηιωάννου

Διανομή
Αντώνης Αντωνάκος – Κωνσταντής, Παπάς, Σερβιτόρος Πειραιά
Θανάσης Δισλής – Νικόλας, Πελάτης Πειραιά
Αλέξανδρος Ζαφειριάδης – Βασίλακας, Χωροφύλακας, Εργάτης
Σοφία Καλεμκερίδου – Αργύραινα, Πελάτισσα Πειραιά
Γιάννης Καραμφίλης – Μαυραντώνης
Εύη Κουταλιανού – Μαρίκα, Πελάτισσα Πειραιά
Μπέττυ Νικολέση – Μαντάμ Ορτάνς
Κλειώ Δανάη Οθωναίου – Χήρα, Μοιρολογήτρα
Μίλτος Σαμαράς – Αργύρης, Εργάτης, Πελάτης Πειραιά
Γιώργος Σφυρίδης – Μπάρμπα Αναγνώστης
Χρήστος Τσάβος – Παυλής, Χωρικός
Πασχάλης Τσαρούχας – Αλέξης Ζορμπάς
Δημήτρης Τσιλινίκος – Μανόλακας
Νίκος Τσολερίδης – Νίκος
Θάνος Φερετζέλης – Μιμηθός, Πελάτης Πειραιά
Μαρία Χατζηϊωαννίδου – Κατίνα, Πελάτισσα Πειραιά
Αναστασία Κελέση – Χορεύτρια, Λόλα, Πελάτισσα Πειραιά, Μοιρολογήτρα
Ιωάννης Μάρτος – Χορευτής, Χωρικός, Πελάτης Πειραιά

Θεσσαλονίκη, 19.03.2026